Επίσκεψη Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή στην Τουρκία, Ιανουάριος 2008
ΟΜΙΛΙΕΣ - ΔΗΛΩΣΕΙΣ
- ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ
- ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ FORUM
- ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ
- ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ BILKENT
- Δήλωση του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή μετά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Recep Tayyip Erdogan
Πρόγραμμα επίσκεψης:
Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου
- 13:30 Αναχώρηση από την Αθήνα
- 15:05 Άφιξη στην Άγκυρα
- 16:15 Άφιξη στο Πρωθυπουργικό Μέγαρο -Επίσημη τελετή υποδοχής
- 16:30 Συνάντηση του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Recep Tayyip Erdogan, παρουσία των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας κας Ντόρας Μπακογιάννη και της Τουρκίας κ. Ali Babacan
- 17:00 Διευρυμένη συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών
- 17:45 Δηλώσεις στα ΜΜΕ
- 19:30 Επίσημο δείπνο προς τιμήν του Πρωθυπουργού, παρατιθέμενο από τον Τούρκο Πρωθυπουργό, στην επίσημη κατοικία του
Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου
- 9:15 Άφιξη στο Μαυσωλείο του Kemal Ataturk. Κατάθεση στεφάνου -Εγγραφή στο βιβλίο επισκεπτών
- 10:00 Συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Πρόεδρο του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, κ. Deniz Baykal
- 11:00 Συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τουρκίας κ. Abdullah Gul
- 12:00 Άφιξη στο Πανεπιστήμιο Bilkent - Ομιλία του Πρωθυπουργού
- 13:30 Αναχώρηση για την Κωνσταντινούπολη
- 14:30 Άφιξη στην Κωνσταντινούπολη
- 17:30 Συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη
- 19:30 Ιδιωτικό δείπνο, παρατιθέμενο από τον κ. Recep Tayyip Erdogan και τη σύζυγό του προς τιμήν του Πρωθυπουργού και της συζύγου του (Εστιατόριο Feriye)
- Παράλληλα ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας θα παραθέσει δείπνο προς τιμήν της κας Υπουργού Εξωτερικών, με τη συμμετοχή μελών των δυο αντιπροσωπειών
Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου
- 10:15 Έναρξη Τουρκο-ελληνικού επιχειρηματικού forum, με τη συμμετοχή των δύο Πρωθυπουργών
- 12:00 Επίσκεψη του Πρωθυπουργού στη Μεγάλη του Γένους Σχολή - Συνάντηση με εκπροσώπους της Ομογένειας
- 15:30 Αναχώρηση από την Κωνσταντινούπολη για την Αθήνα
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ
Κωνσταντινούπολη, 25 Ιανουαρίου 2008
Παναγιότατε, Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Σπουδαστές,
Με μεγάλη χαρά βρίσκομαι σήμερα εδώ, μαζί σας, αλλά και με ακόμη μεγαλύτερη συγκίνηση. Γιατί, ως Έλληνας, αλλά και ως άνθρωπος που πιστεύει βαθιά στη δύναμη της Παιδείας, αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή που βρίσκομαι σήμερα στο χώρο αυτό και απευθύνομαι στο ακροατήριό σας. Και αυτό γιατί η Μεγάλη του Γένους Σχολή συμβολίζει στη σκέψη μας, από τον 15ο αιώνα έως σήμερα, την αρχετυπική εικόνα του ελληνικού παιδευτηρίου. Αυτό ισχύει για όλους τους Έλληνες, σε όποιο σημείο της γης και αν ζουν, αλλά και για «πάντα της ημετέρας παιδείας μετέχοντα», σε όποια εθνότητα και αν ανήκει. Εξάλλου, για ολόκληρο τον κόσμο η Σχολή αποτελεί σημείο αναφοράς του κωνσταντινοπολίτικου πανοράματος. Μιας πόλης που, όσα χρόνια και να περάσουν, θα συνεχίσει να ακτινοβολεί με την ιστορία και τον πολιτισμό της.
Γνωρίζουμε όλοι την πλούσια ιστορία και τη σπουδαία φιλεκπαιδευτική της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Της Σχολής που λειτουργεί αδιάλειπτα, εδώ και 500 χρόνια και που αποτελεί το παλαιότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στον κόσμο. Δίδαξαν σε αυτήν σπουδαίοι δάσκαλοι του Γένους, ενώ από τα μαθητικά της έδρανα πέρασαν κάποιοι από τους σημαντικότερους ανθρώπους της επιστήμης, της εκκλησίας, των τεχνών και των γραμμάτων. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια γνήσια κιβωτό ελληνομάθειας, μέσα από τη διδαχή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Αυτή είναι μια σπάνια παρακαταθήκη, γνωστή σε όλους.
Γι αυτό, σήμερα, για λίγα λεπτά, θα ήθελα να μιλήσουμε μαζί και για το μέλλον. Το μέλλον που μας προκαλεί να ανταποκριθούμε με την ίδια επιτυχία. Θα ήθελα, στη συνάντησή μας αυτή, να αναλογιστούμε το σύγχρονο περιεχόμενο της παρουσίας της Σχολής. Να αναλογιστούμε μαζί τι σημαίνει η ύπαρξη της Μεγάλης του Γένους Σχολής – αλλά και των άλλων μεγάλων και ιστορικών ελληνικών εκπαιδευτηρίων γενικότερα – για την Κωνσταντινού¬πολη του 21ου αιώνα. Τι σημαίνει για την ίδια την Τουρκία. Τι σημαίνει για τον κόσμο της τρίτης χιλιετίας, που μόλις άρχισε.
Για τον σύγχρονο κόσμο, και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η Σχολή αποτελεί ένα διαχρονικό λίκνο παιδείας και πολιτισμού. Αποτελεί έναν άσβεστο φάρο, που αντανακλά τις αξίες της ειρήνης, της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, σε ολόκληρη την υφήλιο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ήταν αυτές ακριβώς οι αξίες που αποτέλεσαν το θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ειδικά για την Τουρκία, η λειτουργία της Σχολής στην μεγαλύτερή της μητρόπολη, αποτελεί δύναμη και πλούτο. Όπως ακριβώς συμβαίνει, βεβαίως, και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η παρουσία αυτών των οικουμενικών συμβόλων στο έδαφός της μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρότατο πλεονέκτημα. Ισχυρό πλεονέκτημα αποτελείτε, άλλωστε, όλοι εσείς. Όχι μόνον για την πρόοδο της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, αλλά και για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για την οποία συνεχίζουμε να εργαζόμαστε σε διμερές επίπεδο. Η παρουσία της ελληνικής μειονότητας, η πρόοδος και η προκοπή της, μπορεί να αποτελεί μια πραγματικά σταθερή γέφυρα φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες, στην προσπάθειά μας για την οικοδόμηση ενός μέλλοντος ειρήνης και φιλίας.
Σήμερα, η Σχολή αποτελεί ένα σύμβολο των καιρών μας, ίσως περισσότερο από όσο ήταν σύμβολο της εποχής κατά την οποία ιδρύθηκε. Γιατί, σήμερα, είναι επίκαιρο, περισσότερο από ποτέ, το στοιχείο εκείνο που κάποτε αποτελούσε την μεγαλύτερη πηγή της αίγλης της Πόλης αυτής: η όσμωση πολιτισμών και ανθρώπων, η διαλεκτική συνάντηση θρησκειών και ιδεών. Είναι χρέος μας να διατηρήσουμε και να ενισχύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις αυτή τη δυναμική. Είναι χρέος μας να προωθήσουμε τη δημιουργική σύνθεση των πολιτισμών. Οι ελπίδες μας στηρίζονται κυρίως σε σας, τους νέους ανθρώπους. Για το διάλογο και τη συμφιλίωση των πολιτισμών, για τη συνεχή πρόοδο του ανθρώπινου γένους, σε συνθήκες ειρήνης και ευημερίας.
Εδώ, στις αίθουσες και τα έδρανα της Μεγάλης του Γένους Σχολής, όλοι εσείς, δάσκαλοι και σπουδαστές, παράγετε το υλικό, χωρίς το οποίο η ευόδωση αυτού του μεγάλου στόχου δεν θα είναι εφικτή: παράγετε γνώση, παράγετε πολιτισμό. Και μάλιστα στη γλώσσα στην οποία, για πρώτη φορά, οι έννοιες αυτές εκφράσθηκαν.
Δεν θα ήθελα, όμως, να παραλείψω και τη μεγάλη παράδοση του Ζωγράφειου και του Ζαππείου, η συνεισφορά των οποίων μετρά περισσότερα από 100 χρόνια και είναι, επίσης, τεράστιας σημασίας. Γνωρίζουμε ότι και σήμερα ακόμη και παρά τον μικρό αριθμό των σπουδαστών του, το Ζωγράφειο παρέχει ασύγκριτης ποιότητας παιδεία, με αποτέλεσμα να μπορεί να καυχιέται για ένα πολύ αξιόλογο ποσοστό επιτυχίας στις εισαγωγικές εξετάσεις των Τουρκικών Πανεπιστημίων. Το Ζάππειο, που υπήρξε και αποτελεί ακόμη και σήμερα το μεγαλύτερο φυτώριο, συμβόλιζε τον καιρό της ίδρυσής του, την αναγέννηση της ελληνικής παιδείας και της ελληνικής γλώσσας στην Πόλη.
Παναγιότατε,
Κυρίες και Κύριοι,
Θα μου επιτρέψετε να απευθυνθώ, ιδιαίτερα, στους σημερινούς σπουδαστές της Μεγάλης του Γένους Σχολής, αλλά και των άλλων Σχολών της Κωνσταντινούπολης. Θέλω να σας πω ότι δεν είστε οι τελευταίοι των λίγων του χθες. Η γενιά σας, Έλληνες και Τούρκοι, είστε όλοι οι πρώτοι των πολλών του αύριο. Είστε οι πρώτοι εκείνων που, με εφόδιο την ανθρωπιστική παιδεία, θα χτίσουν ένα κόσμο καλύτερο. Τον κόσμο των οικουμενικών αξιών, της ειρηνικής συνύπαρξης, της πολιτισμικής σύνθεσης, της συνεννόησης, της συλλογικής επιδίωξης της ευημερίας.
Θέλω να επαναλάβω ότι νιώθω μεγάλη τιμή που υπήρξα ο πρώτος Έλληνας, ο πρώτος Ευρωπαίος Πρωθυπουργός στον αιώνα αυτό, που, από το βήμα του “παιδευτηρίου των παιδευτηρίων”, είχα την τύχη να μιλήσω με εσάς, που θα συγκροτήσετε την Πόλη του μέλλοντος. Και είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα το πράξετε αυτό με τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία, έχοντας προσλάβει γερά και ουσιαστικά εφόδια από τη μαθητεία σας εδώ.
Σας εύχομαι, από καρδιάς, καλή πρόοδο και κάθε επιτυχία.
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΟ ΤΟΥΡΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ FORUM ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥΣ’’
Κωνσταντινούπολη, 25 Ιανουαρίου 2008
Κύριε Πρωθυπουργέ, Κυρίες και Κύριοι,
Με ιδιαίτερη χαρά χαιρετίζω σήμερα την έναρξη των εργασιών του Τουρκο-Ελληνικού Επιχειρηματικού Forum. Στόχος του Forum αυτού, κοινός στόχος των δύο χωρών μας, είναι η περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρηματικής συνεργασίας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτές τις συναντήσεις, γιατί θεωρούμε ότι το ενδιαφέρον και η σκοπιμότητα τέτοιων προσπαθειών δεν περιορίζονται στο αμιγώς οικονομικό επίπεδο. Η ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών μας σχέσεων και η προώθηση των επενδύσεων αποτελούν τη βάση για ευρύτερες συνεργασίες, αμοιβαία επωφελείς μεταξύ των χωρών και των λαών μας. Συνεργασίες που φανερώνουν το μεγάλο εύρος των ευκαιριών και των πλεονεκτημάτων που ξεδιπλώνονται μπροστά μας, των κοινών συμφερόντων που μας δένουν. Θεωρώ ότι οι οικονομικές μας συνεργασίες ανοίγουν το δρόμο για μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ μας και καταδεικνύουν, με τον πιο εύγλωττο τρόπο, το διαφυγόν κέρδος που μας στοιχίζουν οι εντάσεις και οι τριβές. Υπό αυτήν την έννοια, προετοιμάζουν το έδαφος για τη συνεχή εμβάθυνση των διμερών μας σχέσεων.
Είναι γεγονός ότι έχει διαμορφωθεί μεταξύ μας ένα αρκετά πλήρες θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας, που ενισχύει ιδιαίτερα τις προσπάθειες για την προώθηση της επιχειρηματικής δράσης και στις δύο χώρες. Το διμερές ελληνοτουρκικό συμβατικό πλαίσιο καλύπτει ήδη σημαντικούς τομείς των σχέσεων των δύο χωρών, ενώ, παράλληλα, προσβλέπουμε στην επέκτασή του στο σύνολο των τομέων κοινού ενδιαφέροντος, ώστε να μην υπάρχει ασάφεια, ή αβεβαιότητα, για το νομικό καθεστώς που διέπει τις διμερείς οικονομικές σχέσεις. Ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη της επενδυτικής δραστηριότητας έχουν διαδραματίσει οι Συμφωνίες για την Αμοιβαία Προώθηση και Προστασία των Επενδύσεων και για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας Εισοδήματος.
Ο διάλογος για την ανάπτυξη των οικονομικών μας σχέσεων πρέπει να είναι - και είναι - συνεχής. Από ελληνικής πλευράς, έχει προταθεί η σύγκληση της 11ης Συνόδου της Ελληνοτουρκικής Ομάδας Εργασίας για το Εμπόριο και την Οικονομική Συνεργασία στην Αθήνα, στις αρχές Φεβρουαρίου. Επιπλέον, αναμένεται η πραγματοποίηση της 4ης Συνόδου της Μικτής Διυπουργικής Οικονομικής Επιτροπής στην Τουρκία, εντός του πρώτου τετραμήνου του 2008, κατόπιν πρόσκλησης της τουρκικής πλευράς. Οι δύο αυτές συναντήσεις θα δώσουν περαιτέρω ώθηση στις διμερείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις.
Όσον αφορά τις διμερείς εμπορικές σχέσεις, σύμφωνα με τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία, κατά το 2006 η Ελλάδα εξήγαγε στην Τουρκία εμπορεύματα αξίας 1,1 δις δολαρίων, ενώ οι τουρκικές εξαγωγές προς την Ελλάδα ξεπέρασαν το 1,6 δις δολάρια, με αποτέλεσμα ο όγκος εμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες να ανέρχεται σε 2,7 δις δολάρια. Κατά το πρώτο εννιάμηνο του 2007, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία έφθασαν τα 661 εκ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές από την Τουρκία ανήλθαν σε 1,67 δις δολάρια, με το συνολικό όγκο εμπορίου να ξεπερνά τα 2,3 δις δολάρια. Ευελπιστούμε ότι τα διάφορα εμπόδια, τα οποία παρουσιάζονται, κατά περίπτωση, στις ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία, σύντομα θα αρθούν, στο πλαίσιο της επίδειξης πνεύματος αρμονικής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες.
Στον τομέα των επενδύσεων, παρατηρείται σημαντική βελτίωση. Το ελληνικό επενδεδυμένο κεφάλαιο στην Τουρκία ανέρχεται στα 5,5 δις δολάρια. Οι κυριότερες ελληνικές επενδύσεις αφορούν στους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, της πληροφορικής, των γεωργικών εφαρμογών, των ειδών συσκευασίας, των πλαστικών, των φαρμακευτικών προϊόντων, των καλλυντικών, των ιχθυοκαλλιεργειών, του τουρισμού και των κατασκευών. Ο συνολικός αριθμός εταιρειών ελληνικών συμφερόντων στην Τουρκία, με επιβεβαιωμένα ενεργή παρουσία, ανέρχεται σε 35.
Θα πρέπει να υπογραμμίσω, στο σημείο αυτό, τη σημασία των ελληνικών επενδύσεων στον τραπεζικό τομέα, αναφερόμενος ειδικότερα στην επένδυση από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στη Finansbank, αλλά και στην επένδυση της Eurobank στην Tekfenbank. Όσον αφορά τις τουρκικές επενδύσεις, είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτες στη χώρα μας. Πέρα από τις υπάρχουσες τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα, είναι, νομίζω, ενδιαφέρουσα η επενδυτική πρωτοβουλία της τουρκικής τράπεζας Ziraat να λειτουργήσει καταστήματα στη χώρα μας. Θα πρέπει ακόμη να επικεντρωθούμε στην περαιτέρω ενίσχυση της διμερούς επενδυτικής συνεργασίας, καθώς και στη δημιουργία κοινοπραξιών σε διάφορους τομείς κοινού ενδιαφέροντος σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Ευρώπης. Το παράδειγμα της συνεργασίας των κατασκευαστικών εταιρειών ΕΝΚΑ και ΑΚΤΩΡ, στο Ομάν, μπορούν να ακολουθήσουν και άλλες ελληνικές και τουρκικές εταιρείες σε τομείς, όπως ο τουρισμός και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σημαντικότατοι άλλωστε είναι και οι λοιποί τομείς συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες, όπου επιδεικνύεται αξιοσημείωτη πρόοδος. Κατ’ αρχάς, στον τομέα της τουριστικής συνεργασίας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των Ελλήνων τουριστών που επισκέφθηκαν το 2006 την Τουρκία ξεπέρασε τις 410.000, ενώ το ενδεκάμηνο 2007 ξεπέρασε τις 413.000. Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικός και, κατ΄ αντιστοιχία, προσδοκούμε την αύξηση του τουριστικού ρεύματος από την Τουρκία στην Ελλάδα. Είμαι, επίσης, βέβαιος, ότι η εν γένει τουριστική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών θα αυξηθεί, επειδή αυτό αποτελεί ουσιώδες αίτημα, τόσο των φορέων και των επιχειρηματιών αυτού του κλάδου, όσο και των κοινωνιών μας.
Στον τομέα των χερσαίων μεταφορών, σε λίγες μέρες, μεταξύ 31ης Ιανουαρίου και 1ης Φεβρουαρίου 2008, θα συγκληθεί στην Άγκυρα η 14η Σύνοδος της Μικτής Επιτροπής για τις Χερσαίες Μεταφορές. Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να συνεργάζονται στενά για τη λήψη μίας σειράς μέτρων διευκόλυνσης των μεταφορών τόσο των εμπορευμάτων όσο και των επιβατών. Θετικότατη εξέλιξη είναι το γεγονός ότι η ετήσια χορήγηση αδειών οδικών μεταφορών, που ανταλλάσσουν οι δύο χώρες, έχει ανέλθει στις 42.000, εκ των οποίων οι 10.000 ατελώς. Επιπλέον, ένα από τα κυριότερα έργα υποδομής μεταφορών, η διασύνδεση της Εγνατίας Οδού με το τουρκικό οδικό δίκτυο βαίνει προς υλοποίηση. Αυτό λαμβάνει χώρα μέσω της δημιουργίας του «Ευρωπαϊκού Διαδρόμου Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινουπόλεως». Θέλω να σταθώ ειδικότερα στην από κοινού συμφωνημένη κατασκευή δεύτερης γέφυρας στη μεθοριακή διάβαση Κήποι – Ipsala, που πρόκειται να είναι επωφελής και για τις δύο χώρες. Ιδιαιτέρως σημαντική είναι άλλωστε και η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Ειδικότερα στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, ο διορισμός επιπλέον αερομεταφορέων από τις δύο χώρες θα συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας.
Ο τομέας της ενέργειας είναι αναμφισβήτητα ζωτικού ενδιαφέροντος και, ως εκ τούτου, η σχετική συνεργασία των δύο χωρών έχει βαρύνουσα σημασία. Η διακρατική συμφωνία για την κατασκευή αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Ιταλίας, που υπεγράφη στη Ρώμη, τον περασμένο Ιούλιο, αλλά και η επικείμενη ολοκλήρωση της διασύνδεσης των ηλεκτρικών δικτύων των δύο χωρών, καταδεικνύουν την ιδιαίτερη σημασία της ενέργειας για τις διμερείς μας σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, εγκαινιάσαμε με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας, τον περασμένο Νοέμβριο, στη δίοδο Κήπων – Ipsala, τη λειτουργία του ελληνοτουρκικού αγωγού φυσικού αερίου, ένα έργο τεράστιας σημασίας για την ανάπτυξη των χωρών μας και τη θέση τους στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Κύριε Πρωθυπουργέ,
Κυρίες και Κύριοι,
Οι προοπτικές της ελληνοτουρκικής συνεργασίας είναι θετικές και τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα σημαντικά. Όμως, οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη προχωρούν ουσιαστικά μόνο μέσα από ένα σταθερό και φιλικό πολιτικό πλαίσιο. Σταθερή επιδίωξη της Ελλάδας είναι πάντα η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Και για να προχωρήσουν ουσιαστικά οι σχέσεις μας θα πρέπει να σταματήσουν ενέργειες που αντιβαίνουν στο Διεθνές Δίκαιο, ή προκαλούν εντάσεις. Βάση των σχέσεών μας θα πρέπει να είναι οι ευρωπαϊκές αξίες, οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους οργανωτές για την εξαίρετη διοργάνωση της σημερινής ημερίδας. Και θα ήθελα ακόμη να τονίσω ότι είμαι πεπεισμένος πως η συνεχής επικοινωνία και συνεργασία των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο χωρών αποτελεί, εδώ και αρκετά χρόνια, ένα μεγάλο επίτευγμα, που πρέπει να ενισχύεται καθημερινά, προς όφελος των δύο λαών μας.
Και, επί τη ευκαιρία, θέλω να κάνω μια ανακοίνωση. Η Ελλάδα θα υποστηρίξει την υποψηφιότητα της Σμύρνης για την EXPO του 2015. Είμαι βέβαιος ότι η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα θα δώσει δυναμικό παρόν.
Σας ευχαριστώ.
Μετά την προσφώνηση της Α.Θ.Π., του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχη κκ. Βαρθολομαίου Α’ προς τον Πρωθυπουργό κ. Κώστα Καραμανλή κατά την επίσκεψή του στο Φανάρι, ο κ. Καραμανλής έκανε την εξής δήλωση:
Κωνσταντινούπολη, 24 Ιανουαρίου 2008
«Παναγιώτατε,
Αισθάνομαι βαθύτατη συγκίνηση για τη σημερινή παρουσία μου εδώ, στο σεπτό χώρο του Φαναρίου, την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην έδρα του θεσμού που, επί δεκαεπτά αιώνες, αποτελεί το θρησκευτικό λίκνο του Γένους.
Με την εμπνευσμένη Σας καθοδήγηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αναλάβει ουσιαστικό ρόλο απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις. Υπήρξατε ο πρώτος διεθνής ηγέτης, που αγκαλιάσατε το μήνυμα της διάσωσης του περιβάλλοντος και διακηρύξατε τη σπουδαιότητά του. Οι πρωτοβουλίες Σας έχουν τύχει παγκόσμιας αποδοχής και αναδεικνύουν το σύγχρονο ρόλο του Πατριαρχικού Θρόνου, σε απόλυτη συμφωνία με τη Θεολογική Σας αποστολή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες υπογραμμίζεται με τον πιο έντονο τρόπο η οικουμενικότητα του θεσμού και ενισχύεται η διεθνής του παρουσία.
Η προσωπικότητα και οι παρεμβάσεις Σας έχουν άρρηκτα συνδεθεί με την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και αξιών. Η παρουσία και η εγκυρότητα των απόψεών Σας έχουν οικουμενική απήχηση. Βρίσκεστε στην κορυφή ενός θεσμού, που αποτελεί την Κιβωτό αξιών που με ιδιαίτερη προσήλωση υπερασπίζεται και προβάλλει παγκοσμίως η σύγχρονη Ευρώπη. Αποτελείτε την φωνή της Ανατολικής Χριστιανοσύνης - ως πρώτος μεταξύ ίσων στο στερέωμα των Ορθοδόξων Εκκλησιών - στην προσπάθεια για την προάσπιση των αξιών αυτών. Μια προσπάθεια, στην οποία έχει συστρατευθεί και η Δυτική Εκκλησία, ενθαρρυμένη από το παράδειγμα της δικής Σας γενναίας δράσης και εμπνευσμένης ηγεσίας.
Παραμένετε διαχρονικά η σταθερή ευρωπαϊκή φωνή στην Τουρκία, παρά τις όποιες αντιξοότητες και απογοητεύσεις. Και δεν ήταν δυνατόν να συμβεί το αντίθετο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κηρύσσει την Αγάπη και στηρίζει την Ελπίδα. Όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, είμαι βέβαιος ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αποτίσουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον φόρο τιμής που του ανήκει.
Λέγοντας αυτό, δεν παύω να έχω πλήρη συναίσθηση των δυσχερειών του παρόντος. Δυσχερειών, οι οποίες, παρά την προσφορά της Μεγάλης Εκκλησίας και των αξιών της ευρωπαϊκής πολιτισμικής μας παράδοσης, εξακολουθούν να αναφύονται. Στον αγώνα για την προάσπιση των δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των αξιών που αυτό αντιπροσωπεύει, αγώνα που διεξάγετε με τα όπλα της λογικής, της πειθούς, αλλά και του κοινού συμφέροντος, Σας διαβεβαιώ ότι εμείς δεν θα ταλαντευτούμε, και δεν θα υπαναχωρήσουμε. Μπορείτε να θεωρείτε δεδομένη την ενεργό και διαρκή στήριξη της Ελληνικής Πολιτείας σε αυτήν την προσπάθεια. Στο πνεύμα αυτό, η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης αποτελεί για μας πρώτη προτεραιότητα. Θα εργαστούμε με αποφασιστικότητα και συνέπεια, μαζί με όλους αυτούς που συμμερίζονται τις αξίες μας, στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο, προκειμένου να συνεχίσετε απρόσκοπτα το θεάρεστο έργο που επιτελείτε, για την εκπλήρωση της μείζονος αποστολής του Πατριαρχείου».
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ κ. ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ BILKENT ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ»
Άγκυρα, 24 Ιανουαρίου 2008
(Ανεπίσημη μετάφραση)
Με ιδιαίτερη χαρά βρίσκομαι μαζί σας σήμερα και θα ήθελα να ευχαριστήσω το Πανεπιστήμιο Bilkent για την πρόσκληση. Η επίσκεψή μου στην Τουρκία είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού, εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Γι αυτό, καλωσορίζω ιδιαίτερα την ευκαιρία αυτή να βρίσκομαι εδώ, στο πλαίσιο της επίσκεψής μου και να μοιραστώ κάποιες σκέψεις με τους καθηγητές και τους φοιτητές ενός Τουρκικού Πανεπιστημίου, που είναι γνωστό για τον πλούτο των γνωστικών του αντικειμένων σε ποικίλους τομείς και το οποίο έχει προσελκύσει διδακτικό προσωπικό από 43 διαφορετικές χώρες. Είναι, όμως, ακόμα μεγαλύτερη ευχαρίστηση για μένα που απευθύνομαι στην νέα γενιά. Και θα ήθελα να ξεκινήσω υπογραμμίζοντάς σας τις μεγάλες ευκαιρίες που ξεδιπλώνονται για τη γενιά σας. Μην ξεχνάτε, βέβαια, ότι αυτές οι μεγάλες ευκαιρίες συνεπάγονται και μεγάλη ευθύνη: στους δικούς σας ώμους θα πέσει σύντομα το φορτίο της αντιμετώπισης των προκλήσεων του μέλλοντος και της συμβολής στην οικοδόμηση του μέλλοντος της χώρας σας.
Ο κόσμος αλλάζει με πρωτόγνωρο ρυθμό. Αντιμετωπίζουμε πληθώρα νέων ευκαιριών, νέων προκλήσεων και νέων απειλών. Η αλληλεξάρτηση των χώρών μεγαλώνει. Η τεχνολογία μεταμορφώνει σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής μας. Οι οικονομίες μας ευημερούν όλο και περισσότερο, συχνά όμως με σοβαρό κοινωνικό και περιβαλλοντικό τίμημα. Ίσως, όμως, το πιο ανησυχητικό απ’ όλα είναι οι κραυγαλέες καταχρήσεις πολιτικής ισχύος, που συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πολύ συχνά παραβιάζονται, ή απλώς αγνοούνται.
Σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο, Έλληνες και Τούρκοι βρίσκονται, ως γείτονες, αντιμέτωποι με κοινές προκλήσεις. Με ζητήματα που η γεωγραφία και η σύγχρονη πραγματικότητα επιτάσσουν να αντιμετωπίσουμε από κοινού. Τούτο απαιτεί ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη και δέσμευση. Ένα αντίστοιχο παράδειγμα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα παράδειγμα επιτυχίας, χωρίς προηγούμενο. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ευρωπαϊκό όραμα έδεσε μαζί, με ισχυρούς δεσμούς κοινών συμφερόντων και ενός κοινού μέλλοντος, χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, που αποτελούσαν εχθρούς για αιώνες. Είναι αλήθεια ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα αποτελεί πιθανότατα την μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική «άσκηση» πρόληψης συγκρούσεων στην ιστορία του ανθρώπου. Πέρυσι, γιορτάσαμε 50 χρόνια ειρήνης και ευημερίας στην ήπειρό μας. Αυτό είναι ένα μοναδικό επίτευγμα. Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης που υπήρξε ποτέ. Στο οικονομικό επίπεδο, η ευρωπαϊκή ενιαία αγορά μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα αγαθών και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αγαθών και ενέργειας.
Υπό το φως των παραπάνω, η Ελλάδα υποστήριξε σθεναρά την ένταξη του συνόλου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Στην καρδιά της πολιτικής, βρίσκεται η εξής θέση: η ειρήνη και η ευημερία στην Ήπειρο μπορούν να διευρυνθούν με την υιοθέτηση και εφαρμογή των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών από περισσότερες χώρες στην Ευρώπη μέσω της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με τον Ευρωπαϊκό τρόπο. Πράγματι, η Ελλάδα έλαβε μία στρατηγική απόφαση. Παρά τα όσα μας χωρίζουν, αποφασίσαμε να υποστηρίξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Η απόφαση αυτή δεν ελήφθη αβασάνιστα. Ούτε ήταν μια εύκολη απόφαση. Ήταν, όμως, μια απόφαση άμεσα συναρτημένη με συγκεκριμένα κριτήρια και προαπαιτούμενα. Συνεπώς, συνειδητά επιλέξαμε να στοιχηματίσουμε στο μέλλον. Η Ευρώπη είναι προπάντων μία κοινότητα αξιών. Η ευρωπαϊκή οικογένεια ορίζεται από την συλλογική επιθυμία μας για δημοκρατία και τον σεβασμό μας και την πλήρη υιοθέτηση των θεμελιωδών αρχών και αξιών:
•Ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η ελευθερία του λόγου και η θρησκευτική ελευθερία.
•Μειονοτικά δικαιώματα.
•Ειρηνική επίλυση των διαφορών, αποκήρυξη της χρήσης ή της απειλής χρήσης βίας, σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών και
•Προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες.
Αυτές οι βασικές ελευθερίες, αρχές και αξίες συναποτελούν την βαθύτερη ουσία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, την αιτία της επιτυχίας του και είναι κρίσιμες για όλους εμάς: τόσο για τα κράτη – μέλη, όσο και για τις χώρες που επιθυμούν να γίνουν μέλη. Αυτή είναι και η κινητήρια δύναμη πίσω από την επιλογή που κάναμε. Να δώσουμε στην Τουρκία την ευκαιρία να αποδείξει τη βούληση και την ετοιμότητά της να υιοθετήσει και εφαρμόσει πλήρως τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, τον ευρωπαϊκό τρόπο. Διότι είμαστε πεπεισμένοι ότι μια ευρωπαϊκή Τουρκία θα αποβεί προς όφελος, πρώτα απ' όλα, του λαού της και, εν συνεχεία, της περιοχής και της Ηπείρου στο σύνολο της.
Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο δρόμος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι μακρύς και γεμάτος με προκλήσεις. Αυτό το μάθαμε όλοι από πρώτο χέρι καταβάλλοντας το τίμημα. Δεν υπάρχει, όμως, Ευρώπη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του καθενός. Κάθε υποψήφια χώρα, μεγάλη ή μικρή σε μέγεθος, ισχυρή ή αδύναμη, οφείλει να υιοθετήσει το θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πλήρως. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, ή εκπτώσεις. Έτσι έγινε με όλους. Με την Ελλάδα το 1981, την Πορτογαλία και την Ισπανία το 1986, τις χώρες που προσχώρησαν το 2004. Αυτό είναι και το μεγαλείο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Ότι το μέγεθος και η δύναμη βρίσκονται στην ενότητα και την δέσμευση, την ειρηνική συνύπαρξη και την εποικοδομητική συνεργασία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δρόμος της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι δύσκολος, αλλά είναι ένας δρόμος που αξίζει να ταξιδέψει κανείς. Είναι ο δρόμος για ένα καλύτερο αύριο. Είναι ο δρόμος για ένα καλύτερο και πιο λαμπρό κοινό μέλλον.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι χώρες μας σημείωσαν ικανοποιητική πρόοδο στο οικονομικό πεδίο. Ο συνολικός όγκος των εμπορικών μας συναλλαγών αυξάνεται σταθερά, φτάνοντας τα 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια εντός των εννέα πρώτων μηνών του 2007 και μόνο. Πράγματι, το διμερές μας εμπόριο τετραπλασιάσθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια χάρη σε τομείς που δείχνουν το δρόμο, όπως η ενέργεια, οι τράπεζες, η πληροφορική και ο κατασκευαστικός τομέας. Δεκάδες είναι σήμερα οι κοινές ελληνοτουρκικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις δύο χώρες μας, αλλά και στο εξωτερικό. Η ενέργεια είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, ο Πρωθυπουργός Erdogan και εγώ εγκαινιάσαμε ένα έργο τεράστιας σημασίας: τον ελληνοτουρκικό αγωγό φυσικού αερίου, ο οποίος αποτελεί μέρος του ενεργειακού διαδρόμου TGI. Το γεγονός αυτό τοποθετεί τις δύο χώρες μας στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενεργειακού χάρτη, καθώς και οι δύο μαζί διαδραματίζουμε πλέον ουσιώδη ρόλο στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης.
Προβλήματα παραμένουν, ωστόσο, στις σχέσεις μας. Προβλήματα που δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε. Και, όμως, προβλήματα, τα οποία εναπόκειται σε μας να λύσουμε. Στην κατεύθυνση αυτή και θέλοντας να πιστεύω ότι και οι δύο χώρες επιδεικνύουν πραγματική βούληση να στραφούν προς το μέλλον, έχουμε έναν ισχυρό σύμμαχο. Το μόνο μέσο, του οποίου μετέρχονται οι σύγχρονες, ειρηνικές κοινωνίες: το Διεθνές Δίκαιο. Το μόνο αποδεκτό μέσο στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση οποιουδήποτε ζητήματος και το οποίο εξασφαλίζει απρόσκοπτη διεθνή συνεργασία. Για δύο χώρες που ανήκουν στην ίδια Συμμαχία, εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια, οι οποίες επιδιώκουν να βαδίσουν η μία δίπλα στην άλλη, μέσα στην ίδια ευρωπαϊκή οικογένεια, υπάρχουν πάντα ειρηνικά μέσα για την επίλυση ενός ζητήματος, χωρίς προσφυγή στη χρήση, ή την απειλή χρήσης, βίας, κάτι το οποίο απλά δεν αποτελεί επιλογή για τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη.
Η ώρα έχει έρθει, επίσης, να γκρεμίσουμε στη Λευκωσία το τελευταία τείχος διαίρεσης στην Ευρώπη. Ελλάδα και Τουρκία οφείλουν να προσπαθήσουν, μαζί με τον λαό της Κύπρου, να αποκαταστήσουν την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την ενότητά της. Να φτάσουμε σε μια λύση που θα είναι δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική, στη βάση των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και του κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας η Κύπρος είναι μέλος. Είμαστε έτοιμοι να συνεισφέρουμε σε αυτήν την προσπάθεια, έτσι ώστε όλοι οι πολίτες της Κύπρου να μπορούν να απολαμβάνουν τα οφέλη από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Έχουμε πίσω μας ένα δύσκολο παρελθόν. Ένα παρελθόν γνωστό σε όλους. Ωστόσο, η Ιστορία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Αυτό που μπορεί να γραφτεί από εδώ και στο εξής είναι η σελίδες του μέλλοντος. Και χρειάζεται εμπνευσμένη ηγεσία για να αντλήσει μαθήματα από το παρελθόν και να χαράξει ένα λαμπρότερο μέλλον. Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο δρόμος μπροστά μας θα είναι μακρύς και δύσκολος. Όμως το κόστος του να μην προχωρήσουμε προς τα εμπρός και το διαφυγόν κέρδος του να μην προχωρήσουμε προς τα εμπρός θα είναι τεράστια. Και αυτό ακριβώς είναι και το ισχυρότερο κίνητρο για να διατηρήσουμε το βλέμμα μας προς το μέλλον.
Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται σε ένα στρατηγικό σταυροδρόμι. Οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες που αναδύονται από αυτήν την περιοχή είναι πολύ μεγάλες. Η εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ των χωρών μας θα μας παρέχει ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα, ώστε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις και να επωφεληθούμε από τις ευκαιρίες. Αυτό ισχύει για ένα ευρύ πεδίο δυνητικών εγχειρημάτων, όπως η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, της οικονομίας, του τουρισμού, του περιβάλλοντος, της ασφάλειας και άλλες. Ίσως ακόμη πιο σημαντικό είναι το ότι, σε μια εποχή που ο διάλογος των πολιτισμών είναι μια από τις κυριότερες σύγχρονες προκλήσεις, Ελλάδα και Τουρκία μπορεί να αποτελέσουν την ιδανική γέφυρα για την προώθηση της αλληλοκατανόησης και της συνεργασίας μεταξύ πολιτισμών. Συνεπώς, αυτή είναι η κινητήριος δύναμη που θα πρέπει να οδηγεί τις επιλογές μας για το μέλλον. Έχουμε να κερδίσουμε πολλά, προχωρώντας μπροστά μαζί. Έχουμε να χάσουμε ακόμη περισσότερα ακολουθώντας το μονοπάτι των εντάσεων και της εχθρότητας. Όσον αφορά την Ελλάδα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η δέσμευση να προχωρήσουμε μπροστά υπάρχει.
Οι Έλληνες και οι Τούρκοι γνωρίζονται καλά μεταξύ τους. Ζούμε δίπλα ο ένας στον άλλον, σε αυτήν τη γωνιά του κόσμου, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Οι συγκυρίες της Ιστορίας δεν ήταν καλές μαζί μας. Παρόλα αυτά, η Ιστορία μας δίδαξε ότι όλα εξαρτώνται τελικά από επιλογές. Τις δικές μας επιλογές. Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε τα λόγια πράξη. "Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις", έγραψε ο Έλληνας νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στο Άξιον Εστί. Αυτή είναι η ειρήνη για την οποία αξίζει να παλέψει κανείς. Από αυτό εδώ το Πανεπιστήμιο στην Άγκυρα, καλώ όλους σας να εργαστείτε για ειρηνικές και διαρκείς λύσεις.
Δήλωση του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή μετά τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας κ. Recep Tayyip Erdogan
Άγκυρα, 23 Ιανουαρίου 2008
Θα ήθελα κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω τον φίλο Πρωθυπουργό της Τουρκίας για τη θερμή υποδοχή και φιλοξενία που επεφύλαξε σ’ εμένα και την ελληνική αντιπροσωπεία. Όπως γνωρίζετε, η σημερινή μου επίσκεψη είναι η πρώτη επίσημη επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στην Άγκυρα, από το 1959. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει τη βούληση της Ελλάδας να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες του παρελθόντος και να αδράξουμε τις ευκαιρίες του μέλλοντος.
Εξετάσαμε, σήμερα, θέματα διμερούς και διεθνούς ενδιαφέροντος που μας απασχολούν. Είναι γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, έχει σημειωθεί σημαντική, μεγάλη πρόοδος σε ορισμένους τομείς συνεργασίας σε σχέση με το παρελθόν. Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές μας σχέσεις, διαπιστώσαμε ότι η συστηματική προσπάθεια έχει αποφέρει τα πρώτα απτά θετικά αποτελέσματα και ότι παρουσιάζονται μεγάλες ευκαιρίες για το μέλλον. Ιδιαίτερα θέλω να αναφερθώ στη συνεργασία μας στον ενεργειακό τομέα, η οποία προσδίδει μοναδικά πλεονεκτήματα στις δύο χώρες μας και καταδεικνύει τα ισχυρά κοινά συμφέροντα που μπορεί να προκύψουν από περαιτέρω μελλοντικές μας συνεργασίες.
Μας απασχόλησαν, βεβαίως, ιδιαιτέρως οι σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ευρωπαϊκή προσαρμογή της Τουρκίας, η ευρωπαϊκή προσαρμογή κάθε υποψήφιας χώρας, είναι μια δύσκολη διαδικασία που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, αλλά κυρίως αποφασιστικότητα και δέσμευση. Διαβεβαίωσα τον κ. Πρωθυπουργό ότι η Ελλάδα υποστηρίζει απαρέγκλιτα την αρχή «πλήρης προσαρμογή – πλήρης ένταξη». Με απλά λόγια, εφόσον η Τουρκία προχωρήσει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων και εκπληρώσει τα κριτήρια και τα προαπαιτούμενα και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει και η Ευρώπη να την δεχθεί ως πλήρες μέλος στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.
Σ’ αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο, εντάσσονται και τα ζητήματα ενός ειλικρινούς πρεσβευτή της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ευρώπη και τον κόσμο, του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ζητήματα, όπως η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Η προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων αποτελεί, επίσης, ένα από τα πιο θεμελιώδη ευρωπαϊκά κριτήρια.
Κεντρικός στόχος παραμένει πάντα η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για μια ουσιαστική πρόοδο στις διμερείς μας σχέσεις, που θα μας επιτρέψει να αξιοποιήσουμε όλες τις ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά μας, σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο. Και, για να μπορέσουν να προχωρήσουν ουσιαστικά οι σχέσεις μας, επεσήμανα ότι μοναδικός γνώμονας είναι το Διεθνές Δίκαιο και οι Διεθνείς Συνθήκες. Είναι αυτονόητο ότι για δύο χώρες που συμμετέχουν στην ίδια Συμμαχία, που φιλοδοξούν να συνεργαστούν μελλοντικά στο πλαίσιο της ίδιας ευρωπαϊκής οικογένειας, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ειρηνική επίλυση του όποιου ζητήματος στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας. Και σε σχέση με όλα αυτά, εκτιμούμε ότι πρέπει οι διερευνητικές επαφές να συνεχιστούν και να εντατικοποιηθούν.
Ακόμα συζητήσαμε το Κυπριακό. Υπάρχει ήδη μια συμφωνημένη διαδικασία, η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, η πλήρης εφαρμογή της οποίας θα οδηγήσει σε μια νέα, καλά προετοιμασμένη προσπάθεια επίλυσης. Στόχος παραμένει μια λύση δίκαιη, βιώσιμη, λειτουργική, στα πλαίσια των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας, που θα οδηγήσει στην επανένωση της Κύπρου, για να μπορέσουν έτσι όλοι οι κάτοικοί της, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να απολαύσουν μαζί τα αγαθά της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θα ήθελα, για μια ακόμη φορά, να ευχαριστήσω τον Πρωθυπουργό κ. Ερντογάν για τη θερμή φιλοξενία που μας προσφέρει.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα ήθελα να ρωτήσω και τους δύο Πρωθυπουργούς: Η Ελλάδα δέχεται ως μοναδική νομική εκκρεμότητα σε ό,τι αφορά τα θέματα στο Αιγαίο το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Συζητήσατε για το θέμα αυτό ή και για άλλα θέματα που αφορούν στο Αιγαίο; Και, επιπρόσθετα στην ερώτησή μου αυτή, θα ήθελα να πω ότι, όπως και οι δύο σας ξέρετε, και οι δύο λαοί περιμένουν θετικά αποτελέσματα και περαιτέρω βελτίωση των συνομιλιών και των εργασιών σας σε ό,τι αφορά τη μείωση της έντασης στην περιοχή. Συζητήθηκε και αυτό το θέμα;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς να τονίσω ότι υπάρχει πράγματι στις διμερείς μας σχέσεις μια εκκρεμότητα που αφορά στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και βεβαίως τα εργαλεία για τη διευθέτηση αυτού του ζητήματος είναι τα απολύτως δεδομένα, τα απολύτως αυτονόητα που εφαρμόζονται στις σύγχρονες διακρατικές σχέσεις για την ειρηνική επίλυση τέτοιου είδους ζητημάτων: το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες.
Η Ελλάδα έχει δηλώσει την ετοιμότητά της για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και βεβαίως η επίλυση του ζητήματος αυτού θα δημιουργήσει μεγάλη δυναμική για τη βελτίωση των σχέσεών μας.
Σε κάθε περίπτωση, σταθερός μας στόχος παραμένει η πλήρης εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, στο πλαίσιο αυτό, οι σχέσεις καλής γειτονίας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση. Είναι αδιανόητο για χώρες που φιλοδοξούν να συνεργαστούν μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο να εξακολουθούν να παραμένουν εντάσεις, προκλήσεις ή απειλή χρήσης βίας.
Προς την κατεύθυνση αυτή εργαζόμαστε διαρκώς. Η ελληνική Κυβέρνηση και εγώ προσωπικά είμαστε πεπεισμένοι πως ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σελίδα.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Η πρώτη ερώτηση από την τουρκική πλευρά είναι σχετικά με την Κύπρο. Θα αρχίσουν οι συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο, όπως αναφέρατε προηγουμένως, όπως δηλώσατε, μετά τις επικείμενες εκλογές; Ποια είναι η άποψή σας για αυτό το θέμα; Δεύτερον, ειπώθηκε ότι αναφέρθηκε το θέμα της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής στη Χάλκη και επίσης το θέμα του Πατριαρχείου. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με αυτό;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Κατ’ αρχάς για το θέμα της Κύπρου. Εμείς έχουμε μια πολύ ξεκάθαρη και, θα έλεγα, πάγια πολιτική, ότι πρέπει επιτέλους να επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα στο νησί. Πρέπει επιτέλους να υπάρξει επανένωση του νησιού για τους λόγους τους οποίους ήδη εξήγησα: Πρώτα απ’ όλα, προς όφελος όλων των κατοίκων της Κύπρου, αλλά επίσης, παρ’ ότι πρόκειται για ένα διεθνές πρόβλημα - δεν είναι διμερές, όπως ξέρετε, το Κυπριακό – εν πάση περιπτώσει σίγουρα η επίλυσή του θα βοηθήσει πάρα πολύ και την ατμόσφαιρα στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Το πλαίσιο οριοθετείται από το Διεθνές Δίκαιο, από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, από τις Αρχές της ΕΕ, και βέβαια, πρόσφατα, από τη συμφωνία που έγινε στις 8 Ιουλίου 2006. Εμείς είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε με όλες μας δυνάμεις στην προσπάθεια εξεύρεσης μια λύσης βάσει αυτών των αρχών, μιας λύσης η οποία θα είναι και βιώσιμη και λειτουργική.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, να πω απλώς, επειδή το έχω απαντήσει ήδη με τις αρχικές μου δηλώσεις, ότι θεωρώ πως για την Τουρκία είναι πολύ μεγάλη ωφέλεια, πολύ μεγάλο ευρωπαϊκό διαβατήριο και κριτήριο το ότι έχει την έδρα του το Οικουμενικού Πατριαρχείου εδώ.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Δράττομαι από αυτό που είπε ο Έλληνας Πρωθυπουργός ότι τελικώς θα δράσει επ’ ωφελεία της Τουρκίας στην Ε.Ε, όχι μόνο το Πατριαρχείο, αλλά και η επίλυση του Κυπριακού. Από όσα μας είπατε αυτήν τη στιγμή μπορείτε να μας πείτε αν υπάρχει ένα ουσιαστικό κοινό σημείο ανάμεσα σε σας τους δύο Πρωθυπουργούς για την επίλυση του Κυπριακού; Ο κ. Καραμανλής επιμένει ότι η βάση είναι οι αποφάσεις της 8ης Ιουλίου, ο κ. Ερντογάν επιμένει στις συνομιλίες προσθέτοντας τις δύο εγγυήτριες δυνάμεις. Τελικά εσείς οι δύο έχετε βρει ένα κοινό σημείο που θα διευκολύνει τις επαφές; Και ένα τελευταίο αν μου επιτρέπετε: Και οι δύο Πρωθυπουργοί αναφέρθηκαν στην εντατικοποίηση των διερευνητικών επαφών. Μπορείτε να γίνετε λίγο πιο συγκεκριμένοι; Έχουμε φτάσει πιο κοντά στην επίλυση της υφαλοκρηπίδας ή άλλων συναφών ζητημάτων, ή ακριβώς θα τα τρέχουμε λίγο πιο γρήγορα;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω λοιπόν με το δεύτερο σκέλος και να σας πω ότι αν είχαν λυθεί τα θέματα, ή αν ήμασταν πολύ κοντά στην επίλυση, δεν θα χρειαζόταν να μιλάμε για επιτάχυνση και εντατικοποίηση. Απλώς εκφράζουμε - και νομίζω ότι είναι σημαντικό σημείο αυτό - την πολιτική βούληση να εντατικοποιηθεί η προσπάθεια.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος, όπως είπα ήδη, στο δρόμο της Τουρκίας προς την Ε.Ε. είναι βεβαίως κρίσιμης σημασίας η επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Και είναι σε κάθε περίπτωση απαραίτητη και η ομαλοποίηση των σχέσεων της Τουρκίας με την Κύπρο. Η συμφωνία της 8ης Ιουλίου, στην οποία ήδη αναφέρθηκα, που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στην Κυπριακή Κυβέρνηση και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ προσφέρει τη βάση για την επανεκκίνηση μιας καλά προετοιμασμένης προσπάθειας επίλυσης. Αυτό είναι και το ήδη υπάρχον σημείο επαφής. Από την πλευρά μας, είμαστε έτοιμοι να συνεισφέρουμε στις προσπάθειες αυτές και να καταλήξουμε σε μια λειτουργική και δίκαιη λύση στο πλαίσιο των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των Ευρωπαϊκών Αρχών.
Κλείνω λέγοντας ότι πιστεύω - και το πιστεύω βαθειά – ότι πρέπει να πιάσουμε την ευκαιρία για να εξαλειφθεί και το τελευταίο τείχος που στέκεται ακόμα στην Ευρώπη.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε δημοσιεύματα που βγήκανε στον σημερινό τύπο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Τουρκία γίνεται αναφορά σε σφυγμομέτρηση που έγινε στις δύο χώρες και ότι αυτοί που είναι εναντίον της Τουρκίας στην Ελλάδα είναι πολύ περισσότεροι απ’ αυτούς που είναι εναντίον των Ελλήνων στην Τουρκία. 70% είναι στην Ελλάδα, πολύ χαμηλότερο στην Τουρκία. Ένα 73% σκέφτεται θετικά για την επίσκεψη του Πρωθυπουργού κ. Καραμανλή στην Τουρκία, ενώ στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι 40%. Είναι κοινό δημοσίευμα της «Χουριέτ» στην Τουρκία και μιας ελληνικής εφημερίδας. Κατά τη γνώμη σας ποια είναι η αιτία για το αποτέλεσμα αυτό; Άραγε για την επόμενη επίσκεψη Πρωθυπουργού της Ελλάδας στην Τουρκία θα πρέπει να περιμένουμε άλλα 49 χρόνια;
ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ: Να ξεκινήσω με το εξής: δεν είναι η δική μου δουλειά να σχολιάζω σφυγμομετρήσεις, τις οποίες τις θεωρώ ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά πάντως όχι γνώμονα για τη χάραξη της πολιτικής. Μπορώ, όμως, να σας πω τη δική μου άποψη για το πώς αισθάνονται οι Έλληνες. Πιστεύω ότι οι Έλληνες έχουν πολύ καλά αισθήματα για τον τουρκικό λαό. Πιστεύω ακόμα ότι προσβλέπουν στην αλλαγή της σελίδας. Βεβαίως, υπάρχει ένα ιστορικό παρελθόν που έχει βαρύνει για πολλά χρόνια, για αιώνες ίσως. Και είναι φυσικό να δημιουργούνται καμιά φορά και ερωτήματα και δυσπιστίες ή να χρειάζεται χρόνος να ξεπεραστούν. Αλλά θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι γι’ αυτό χρειάζεται το πολιτικό θάρρος και η πολιτική βούληση ηγετών για να ανοίγουν τους δρόμους. Συμπεραίνεται από την μέχρι τώρα απάντηση ότι δεν θα χρειαστούν 49 χρόνια.



