Μετάβαση στο περιεχόμενο της σελίδας Επιστροφή στην αρχική σελίδα
  1. Αρχική Σελίδα

             

Υπουργός Επικρατείας, Αθήνα 26 Απριλίου 2007

Ομιλία του Υπουργού Επικρατείας και Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Θεόδωρου Ρουσόπουλου στο κλείσιμο των εργασιών της ημερίδας "Η Εφήμερη Πρόκληση" Εφημερίδες: Ιδιαιτερότητες και ΠροκλήσειςΘα ήθελα να πω πολλά πράγματα στην προηγούμενη συζήτηση και να συμμετάσχω. Αλλά ο κ. Παπαδημητρίου είπε πολύ σωστά ότι ο υπουργός δεν έχει δικαίωμα τελικά να πει πολλά πράγματα. Είναι υποχρεωμένος να μπει σε κάποιους κανόνες. Εάν, ας πούμε, μιλούσε για ουτοπίες ή χίμαιρες, θα παρεξηγείτο. Και δεν περίμενα να κατέβουν για να μην μπορούν να μου απαντήσουν. Εάν έλεγα στον αγαπητό Αντώνη Παπαγιαννίδη, «μα, γιατί συγκρίνεις την κυβέρνηση που εκλέγει ο λαός με την εφημερίδα που αγοράζει; Γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι είναι ίδιες ή ίσες αυτές οι εξουσίες; Δεν είναι στο δημοκρατικό πολίτευμα». Πάλι θα παρεξηγείτο, γιατί το είπε ο υπουργός, άρα παίρνει μια άλλη διάσταση. Και θα γραφόταν από κάποιες εφημερίδες «κοιτάξτε πώς αντιλαμβάνεται τη Δημοκρατία ο υπουργός. Δεν θέλει τον Τύπο να είναι το ίδιο. Τον θέλει καταπιεσμένο». Εάν δεχόμουν την παρατήρηση του αγαπητού φίλου Λευτέρη Κουσούλη για την αυτορρύθμιση, την οποία απέρριψε όπως αντιλαμβάνομαι, θα τον κατηγορούσα –παρότι δεν δείχνει να είναι έτσι- ως άνθρωπο που προωθεί την αναρχία, ενώ κινείται μέσα σε ένα σύστημα το οποίο και ο ίδιος «υπηρετεί» όταν αποδέχεται τους κανόνες αυτού του συστήματος.

Εν πάση περιπτώσει, ήθελα απλώς να πω ότι θα ήθελα πάρα πολύ να μετέχω σε αυτή τη συζήτηση, αλλά δεν μπορώ από τη θέση που είμαι. Και εννοώ την τελευταία συζήτηση.

Επιτρέψτε μου να σας αναγνώσω ορισμένες σημειώσεις από τη διάρκεια της σημερινής διαδικασίας, έτσι όπως εγώ τις αντελήφθην. Θα έλεγα, χωρίς να λείπει και λίγο το στοιχείο της φιλαρέσκειας όσον αφορά τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας-Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης, ότι ήταν μια ενδιαφέρουσα ημερίδα.

Υπάρχει στα αγγλικά ένας όρος –δεν γνωρίζω αν και πώς αποδίδεται στα ελληνικά- ο οποίος ξεκίνησε από τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, υιοθετήθηκε στη συνέχεια από τους επιστήμονες των υπολογιστών και της κυβερνητικής, για να φτάσει σήμερα ολοένα και περισσότερο να εμφανίζεται στο δημόσιο διάλογο: Πρόκειται για τον όρο «singularity», που περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη έχει πια εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι άνθρωποι να αδυνατούν πλέον να παρακολουθούν την πρόοδο της τεχνολογίας.

Πιστεύω λοιπόν ότι, τηρουμένων των αναλογιών, ο χώρος των Μέσων με τις εφαρμογές της ψηφιακής τεχνολογίας και του διαδικτύου, είναι μια πρώτη, πρώιμη έκφανση αυτής της κατάστασης. Οι αλλαγές είναι πια τόσο ραγδαίες που, αν προσπαθήσουμε να τις δούμε και να τις αναλύσουμε μία προς μία, η ανάλυση αυτή, όταν ολοκληρωθεί, θα είναι ήδη παρωχημένη.

Από προσωπική εμπειρία σας λέω ότι όταν πριν από τρία χρόνια ξεκινήσαμε με τους συνεργάτες μου να φτιάξουμε ένα νέο νόμο για τη συγκέντρωση και την αδειοδότηση στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ, οι απόψεις που ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες, ωστόσο λέω ευτυχώς που δεν τον φτιάξαμε τότε. Σήμερα, είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα που καταγράφονται σε αυτό το κείμενο από αυτά που σκεφτόμασταν πριν από τρία χρόνια. Και ελπίζω να προλάβει να ψηφιστεί πριν αλλάξουν.

Μπροστά σ’ αυτή την πραγματικότητα, λοιπόν, οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα προς τα πάνω: Να αναζητήσουμε τις θεμελιώδεις τάσεις, τις γενικές αρχές που διέπουν την αλλαγή, την κεντρική κατεύθυνση προς την οποία κινείται η εξέλιξη. Και παράλληλα, βεβαίως, να δοκιμάζουμε διαρκώς τα όποια συμπεράσμάτα μας, να εμπλουτίζουμε διαρκώς τον προβληματισμό και τα επιχειρήματά μας στην πραγματικότητα των νέων εξελίξεων.

Σε ό,τι με αφορά, λοιπόν, αυτή η ημερίδα δεν θα ήθελα να είναι μια αποσπασματική πρωτοβουλία, αλλά να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο κύκλο συζήτησης για τις εξελίξεις στα Μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ασχέτως εάν είναι πρωτοβουλία από την πλευρά της Πολιτείας ή από οποιονδήποτε φορέα.

Αυτή η δέσμευση είναι διπλά ιδιοτελής: Πρώτον γιατί, όπως πιστεύω όλοι όσοι έχουμε εργαστεί στον Τύπο, έτσι κι εγώ έχω αναπτύξει ιδιαίτερους συναισθηματικούς δεσμούς με το μέσο της εφημερίδας, ειδικά της εφημερίδας. Δεσμούς πολύ πιο έντονους, πολύ πιο βιωματικούς από ό,τι για παράδειγμα με την τηλεόραση, ή, πολύ περισσότερο, τουλάχιστον για τη δική μου γενιά, με το internet. Αφήνω το ραδιόφωνο απέξω, έχει μια άλλη μαγεία. Δεν θα πω τίποτα για το ραδιόφωνο.

Καταλαβαίνω από πρώτο χέρι την αγωνία των ανθρώπων του Τύπου για το μέλλον τους, το μέλλον των μέσων στα οποία εργάζονται, το μέλλον της εφημερίδας. Δεν ξέρω αν θέλω τα παιδιά μου να ζήσουν το μείγμα άγχους και ενθουσιασμού της έντυπης δημοσιογραφίας ή εν γένει της δημοσιογραφίας. Αυτό εντέλει είναι δική τους επιλογή. Θέλω όμως τα παιδιά μου – και τα δικά τους παιδιά – να νιώσουν τη χαρά του να διαβάζεις μια εφημερίδα το πρωί πίνοντας τον καφέ σου. Να ξεφυλλίζεις τις σελίδες διαβάζοντας τους τίτλους και τις ειδήσεις που σε ενδιαφέρουν. Να μένεις στα άρθρα γνώμης και τα σχόλια των δημοσιογράφων που απολαμβάνεις να συμφωνείς ή να διαφωνείς μαζί τους. Να γυρίζεις στα αθλητικά, ακόμα και αν είδες το παιχνίδι της ομάδας σου χθες στην τηλεόραση -ιδιαίτερα μάλιστα αν το είδες- για να ξαναζήσεις τη χαρά της νίκης. Κι όλα αυτά, χωρίς να χρειάζεται να πατάς κουμπιά. Αλλά σε μια πράξη λίγο παλιακή, όχι όμως παρωχημένη. Σε μια σχέση του «εγώ και η εφημερίδα μου». Όχι σε μια σχέση του «εμείς». Εκτιμώ ότι η σχέση του αναγνώστη με την εφημερίδα είναι πολύ προσωπική: Εγώ και αυτή. Η σχέση του θεατή με την τηλεόραση είναι μια πιο μαζική σχέση: Εμείς και αυτή απέναντί μας.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τέτοιες συναντήσεις βοηθούν και στην πολιτική προσέγγιση του ζητήματος. Βοηθούν στο να αναπτύξουμε μια κοινή αφήγηση για το τι συμβαίνει σήμερα στο χώρο της ενημέρωσης, για το ποιες είναι οι ανάγκες και οι προκλήσεις, προς ποια κατεύθυνση οφείλουμε να κινηθούμε, ποιους κινδύνους να αποφύγουμε. Βοηθά στο να χαρτογραφήσουμε από κοινού ένα σχέδιο δράσης για το παρόν και το μέλλον.

Είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε σήμερα πολλά και ενδιαφέροντα για το μέλλον της εφημερίδας στην ψηφιακή εποχή. Προσωπικά δεν είμαι μοιρολάτρης, οπότε δεν πιστεύω ούτε ότι η εφημερίδα είναι καταδικασμένη στη λήθη της ιστορίας, ούτε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος προβληματισμού. Αντιθέτως, πιστεύω ότι όπως και γενικότερα στη ζωή, το τελικό αποτέλεσμα είναι ανοιχτό και εξαρτάται από τη δράση των ανθρώπων. Οι εφημερίδες, θα έλεγα σε μια δασκαλίστικη αποστροφή, οφείλουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Και πιστεύω ότι κάποιες στη χώρα μας ήδη το έχουν κάνει.

Και αυτές οι νέες συνθήκες μπορούν να συνοψισθούν, τουλάχιστον από όσα ακούστηκαν στη σημερινή ημερίδα, στα παρακάτω γνωρίσματα:

-στη δυνατότητα των ψηφιακών μέσων για ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο και,

-στη δυνατότητα των ψηφιακών μέσων για ενεργότερη συμμετοχή του αποδέκτη της ενημέρωσης όχι μόνο στην επιλογή της πηγής και του μηνύματος, αλλά και στην ίδια τη δημιουργία του μηνύματος.

Το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, σε γενικές γραμμές, εκμεταλλεύονται το πρώτο γνώρισμα, δηλαδή την αμεσότητα της πληροφόρησης. Το διαδίκτυο από την άλλη, οι ενημερωτικές ιστοσελίδες είτε από ειδησιογραφικούς οργανισμούς είτε από ιδιώτες, τα περίφημα blogs, περνάνε στο δεύτερο.

Πλέον ο κλασικός αποδέκτης του μηνύματος, μπορεί να το συντάξει, να το τροποποιήσει, να το διαδώσει με τη σειρά του, να το σχολιάσει. Στο νέο διαδίκτυο, δεν ισχύει πια ότι «το μέσον είναι το μήνυμα». Για πρώτη φορά στην ιστορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης «ο χρήστης είναι το μήνυμα». Κι αυτή η εξέλιξη συμπαρασύρει όλους τους παραδοσιακούς τρόπους ενημέρωσης και επικοινωνίας και βεβαίως και την εφημερίδα.

Και βεβαίως, αναιρεί ίσως έτσι ορισμένες από τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που ακούστηκαν στο προηγούμενο τραπέζι περί αρχών ρύθμισης, αφού στα blogs δεν υπάρχει καμία ρύθμιση, τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Πώς προσαρμόζεται λοιπόν η εφημερίδα; Συζητείται, να ξέρετε. Στην τελευταία συνάντηση των υπουργών Οπτικοακουστικών Μέσων που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο, πριν από περίπου ενάμιση μήνα, αυτό ήταν το θέμα που συζητήθηκε. Δεν έχει, βεβαίως, καταλήξει πουθενά, γιατί είναι πολύ νωρίς.

Στο ερώτημα «πώς προσαρμόζεται η εφημερίδα», επιτρέψτε μου να προσεγγίσω την απάντηση, αναφέροντας τέσσερις τρόπους:

Πρώτον, συνεργαζόμενη με το διαδίκτυο, με πρώτο βήμα την παράλληλη λειτουργία site, το οποίο ανανεώνεται άμεσα και παρέχει τουλάχιστον δυνατότητα σχολιασμού στους αναγνώστες. Οι περισσότερες εφημερίδες σήμερα έχουν και ηλεκτρονική μορφή, με δυναμικές σελίδες και παροχή ευρύτερων υπηρεσιών από ό,τι στο έντυπο φύλλο.

Δεύτερον, υιοθετώντας στην έντυπη μορφή χαρακτηριστικά των ψηφιακών μέσων. Τα φύλλα δωρεάν διανομής για παράδειγμα μιμούνται την δωρεάν πρόσβαση στην πληροφορία και, πολλά από αυτά, τη δυνατότητα ενεργούς συμμετοχής του δέκτη στην παραγωγή του μηνύματος. Είναι ένα πείραμα που φαίνεται ότι πετυχαίνει, ίσως μάλιστα πρόκειται για ένα τελείως διαφορετικό Μέσο από ό,τι η παραδοσιακή εφημερίδα. Άκουσα με πολύ ενδιαφέρον την πρωινή παρατήρηση του Jim Chisholm, ο οποίος ανέφερε ότι –τουλάχιστον σύμφωνα με τις δικές του μετρήσεις, δεν έχω κανένα στοιχείο να τις αμφισβητήσω- ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των αναγνωστών των δωρεάν εφημερίδων είναι νέοι σε ηλικία και είναι και νέοι αναγνώστες. Παρακολούθησε, δε, την πορεία αυτών των αναγνωστών όταν από τα 15-25 πηγαίνουν στα 25-35 κ.ο.κ. και τους είδε να μπορούν πια να διαβάζουν, όντας προετοιμασμένοι για μια επαφή με το μέσο που λέγεται «εφημερίδα» άλλες εφημερίδες τις οποίες αγοράζουν. Είπε ο ίδιος χαρακτηριστικά –και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον- ότι: «Εγώ, όταν στα 35 μου σταμάτησα πια να κυκλοφορώ με το Μετρό, άρα να παίρνω δωρεάν εφημερίδα και είχα δικό μου αυτοκίνητο ή οδηγό, άρχισα να αγοράζω την εφημερίδα».

Τρίτον, προσπαθώντας να προσελκύσουν αναγνώστες με άλλα μέσα. Οι προσφορές, οι κληρώσεις, τα δώρα, τα βιβλία, τα dvds με ντοκιμαντέρ ή άλλη «εκπαιδευτική» θεματολογία, έχουν κάνει πολλά από τα φύλλα κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό το οποίο υποτίθεται ότι είναι. Οι κυριακάτικες εφημερίδες των δυόμισι κιλών, εμένα προσωπικά δεν με ενοχλούν καθόλου. Εκείνες, όμως, που με ενοχλούν είναι οι εφημερίδες του πορνό. Είναι ένα φαινόμενο που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι ένα φαινόμενο που προσβάλλει το δημοσιογραφικό έργο και το ίδιο το μέσο της εφημερίδας. Δεν είναι αρμόδια η Πολιτεία, το άρθρο 14 του Συντάγματος στο οποίο αναφέρθηκε νωρίτερα ο αγαπητός κ. Παπαδημητρίου ορίζει με σαφήνεια τι ακριβώς γίνεται εκεί. Και σήμερα υπάρχει η είδηση –σίγουρα θα τη γνωρίζετε- ότι παρεμβαίνει ο εισαγγελέας. Προσεγγίζω, όμως, το θέμα ως μια απολύτως κυνική ομολογία ήττας από την πλευρά των ιδίων των εφημερίδων. Γιατί είναι ομολογία ήττας όταν βάζει πορνό για να πουλήσει στα περίπτερα.

Υπάρχει όμως και ο τέταρτος δρόμος. Το να επιχειρήσουν οι εφημερίδες να τονίσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους έναντι των ψηφιακών μέσων. Και αυτά υπάρχουν, όσο και αν πολλές φορές θεωρούμε ότι ιδιαίτερα το διαδίκτυο συνδυάζει τα χαρακτηριστικά όλων των υπολοίπων μέσων.

Είναι βεβαίως αλήθεια, ότι ως προς τα περισσότερα χαρακτηριστικά αυτό όντως ισχύει. Πριν από δέκα χρόνια λέγαμε:

-Η εφημερίδα είναι έγκυρη γιατί είναι ενυπόγραφη. Σήμερα υπάρχουν εξίσου έγκυρες και ενυπόγραφες ηλεκτρονικές εκδόσεις.

-Η εφημερίδα μπορεί να δώσει έμφαση στην εις βάθος ανάλυση. Σήμερα αυτό συμβαίνει και σε εκδόσεις του διαδικτύου.

-Η εφημερίδα είναι μια συμβολική ταυτότητα που συνδέει τους δημοσιογράφους με τους αναγνώστες και τους αναγνώστες μεταξύ τους. Σήμερα αυτό συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Υπάρχει και εκεί η προσωπική του «εγώ» στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα.

Υπάρχει, όμως, ένα βασικό χαρακτηριστικό της εφημερίδας που δεν μπορεί να το αντιγράψουν τα ψηφιακά μέσα: Η αρχειακή της φύση. Θα μου πείτε, είναι τόσο σπουδαίο αυτή; Αποδεικνύεται, τουλάχιστον από τις έρευνες των φοιτητών, των ιστορικών, των ιστοριοδιφών, που ανατρέχουν σε φύλλα εποχής που τους ενδιαφέρει να μελετήσουν ότι είναι μια σπουδαία παρουσία. Είναι σπουδαιότερη ως αρχειακό υλικό από ό,τι ως ζώσα πραγματικότητα; Δεν θα μπω στον πειρασμό να απαντήσω. Είναι δύο θέματα τελείως διαφορετικά. Πάντως, υπάρχει και κάτι σημαντικό: Η αρχέγονη σχέση της απόλαυσης, όπως την ανέφερε ο Jim Chisholm: Της απόλαυσης να διαβάζω μια εφημερίδα που δεν αντικαθίσταται, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τη δική μου γενιά, τη δική μου πρακτική, με την ψηφιακή εφημερίδα.

Στο διαδίκτυο, το θέσφατο «τα γραπτά μένουν» δεν είναι και τόσο απόλυτο. Ένα άρθρο στο διαδίκτυο μπορεί να αλλάξει, μπορεί να διορθωθεί ή να αποσυρθεί. Μπορεί να καταστραφεί κατά λάθος ή από δόλο, από ηλεκτρονική επίθεση.

Η εφημερίδα από την άλλη, όπως και τα διαμάντια, είναι παντοτινή. Κι αυτό το χαρακτηριστικό έχει τη δική του σημασία. Όχι μόνο δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ανατρέξει σε ένα δεδομένο που δεν αλλάζει, αλλά, εξ αυτού, βαραίνει με επιπρόσθετη ευθύνη το έργο του δημοσιογράφου.

Γι’ αυτό ακριβώς, λοιπόν, γιατί υπάρχει τουλάχιστον ένα πολύτιμο χαρακτηριστικό αποκλειστικό της εφημερίδας, αξίζει να προβληματιζόμαστε για την επιβίωσή της.

Προφανώς και πιστεύω ότι ο ενδεικνυόμενος δρόμος είναι ο τελευταίος από όσους ανέφερα, αυτός δηλαδή της ποιότητας και της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Γι` αυτό και με λυπεί ιδιαίτερα όταν δεν τηρείται αυτός ο κανόνας -εάν τον ορίσουμε ως κανόνα- που ανέφερε νωρίτερα ο Αντώνης Παπαγιαννίδης: Της αυτογνωσίας, θα πω εγώ, της αυτοβελτίωσης, της αυτομόρφωσης, της καλυτέρευσης του ιδίου του δημοσιογράφου που παράγει την εφημερίδα, για να μην κατασκευάζει, όπως είπε ο αγαπητός φίλος Δημήτρης Ποταμιάνος. Γιατί είναι άλλο το «γράφω», «γίνομαι λειτουργός» και άλλο το «κατασκευάζω την είδηση». Εδώ, όμως, μπαίνουμε σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο, το οποίο ναι μεν έχει σχέση με την αυτορρύθμιση, αλλά έχει πιο πολύ σχέση και ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την προσέγγιση για τα ζητήματα δεοντολογίας.

Βεβαίως και είναι χρέος και της Πολιτείας με θεσμικές παρεμβάσεις και πρακτικά μέτρα να συνδράμει στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων Τύπου. Το νομοσχέδιο για τα περιφερειακά Μέσα το έκανε αυτό. Ακούστηκε κριτική: Γιατί παρεμβαίνει η Πολιτεία, για να ορίσει; Ήταν μια μειοψηφία. Η πλειοψηφία των ασχολουμένων με τα περιφερειακά Μέσα ήταν υπέρ αυτών των παρεμβάσεων.

Η αυτορρύθμιση –και μπαίνω έτσι στο τελευταίο κομμάτι της συζήτησης που έγινε προηγουμένως- θα μπορούσε να αναφέρεται και στους κανόνες, τους νόμους, αλλά εκτιμώ ότι ξεφεύγει από την ουσία όταν κάποιος μιλήσει για αυτορρύθμιση σε σχέση με νόμους, γιατί αλλάζει πια το πολίτευμα. Δεν μπορεί να αυτορρυθμίσει κάθε επαγγελματικό σωματείο, κάθε επαγγελματίας, είτε είναι δημοσιογράφος, γιατρός, κ.τ.λ. τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί η κοινωνία. Οι βασικοί κανόνες από τον Καταστατικό Χάρτη και εν συνεχεία από τους νόμους που πρέπει να τον ακολουθήσουν, μπαίνουν από την οργανωμένη Πολιτεία. Εγώ είμαι υπέρ της αυτορρύθμισης. Γιατί πιστεύω ή εν πάση περιπτώσει θέλω να παραμένω στη γοητεία της ψευδαίσθησης ότι ο δημοσιογράφος είναι το πρόσωπο που βελτιώνει διαρκώς τον εαυτό του, που παλεύει με τις καθημερινές αντίξοες συνθήκες, που διαβάζει, που μαθαίνει. Που δεν μένει σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης ενός θέματος, αλλά μπαίνει σε βαθύτερα νερά για να μπορέσει με τη σειρά του, πολύ απλά ή απλούστερα, να δώσει να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει στην κοινωνία. Ετσι, λοιπόν, πιστεύω ότι η αυτορρύθμιση είναι εκείνη που ως κανόνας δεοντολογίας μπορεί να βάλει το δημοσιογράφο σε καλύτερους δρόμους.

Γιατί η αυτορρύθμιση συνταυτίζεται με μια λέξη που δεν ξέρω εάν υπάρχει στο ελληνικό λεξικό, αλλά νομίζω ότι όλοι θα καταλάβετε τι εννοώ: Με την αυτοσυναίσθηση. Δηλαδή, έχω συναίσθηση του λειτουργήματός μου, της δουλειάς μου. Και επειδή ακριβώς έχω συναίσθηση της σοβαρότητας την οποία πρέπει να διαθέτω για να επιτελέσω αυτό το λειτούργημα, τότε δεν χρειάζομαι κανόνες. Ούτε καν κανόνες δεοντολογίας, είτε είναι δέκα σελίδες, όπως είναι ο Κανόνας Δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ, είτε 500 σελίδες, όπως είναι οι Κανόνες Δεοντολογίας του BBC, στους οποίους αναφέρθηκε ο κ. Παπαδημητρίου. Μιλάμε για εσωτερικούς κανόνες οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί, είτε με την ανάγνωση, με τη γραφή, με το παίδεμα, με το διάβασμα και σίγουρα με την εμπειρία. Στην ημερίδα εκείνη στην οποία είχα την τιμή να προσκληθώ, για τη δεοντολογία, είπα ότι ο δημοσιογράφος ξεκινά κάθε στιγμή, κάθε ημέρα, έχοντας μπροστά του ένα λευκό χαρτί. Και πρέπει να είναι πραγματικά λευκό το χαρτί στο οποίο θα γράψει. Δηλαδή, να μην έχει προαπαιτούμενα, να μην έχει προκαταλήψεις. Αλλά, να ξεκινήσει και να τελειώσει, γράφοντας την ιστορία της ημέρας όπως εκείνος την έμαθε για λογαριασμό του αναγνώστη. Αρκεί να έχει παιδέψει αυτή τη διαδικασία για να τη μάθει καλύτερα και να κάνει καλύτερο και τον αναγνώστη.

Ζούμε σε μια συναρπαστική εποχή. Η δημοσιογραφία δέχεται επικρίσεις. Γίνεται, από την άλλη πλευρά, και μνημείο στο οποίο πολλοί καταθέτουν το σεβασμό τους.  Εάν κάποιος διαβάσει το κείμενο –και αρέσκομαι να το επαναλαμβάνω- των επιστολών Eκκερμαν-Γκαίτε, θα διαπιστώσει ότι και τότε, πριν περίπου 200 χρόνια, υπήρχαν αντίστοιχες αναφορές στη δημοσιογραφία της εποχής με τις αναφορές που βλέπουμε σήμερα. Θα δει να αναφέρονται με μελανά χρώματα ορισμένοι δημοσιογράφοι –όχι ονομαστικά στις επιστολές, αλλά η πρακτική τους, η δράση τους- αντιστοίχως όπως και σήμερα. Θέλω να πω με τούτο ότι τα πράγματα όσο και αν αλλάζουν οι εποχές, στους βασικούς προβληματισμούς παραμένουν τα ίδια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι κλασικοί φιλόσοφοι προσεγγίζονται και επαναπροσεγγίζονται διαρκώς σε κάθε εποχή, 2.500 χρόνια μετά.

Εύχομαι και ελπίζω ότι η εποχή μας, μια εποχή ελευθερίας λόγου, πολύ μεγαλύτερης από αυτή που περιεγράφη νωρίτερα, μια εποχή δυνατοτήτων, ταχύτητας της πληροφορίας, μια εποχή πολλών και μεγάλων δυνατοτήτων για να μάθουμε καλύτερα όχι μόνο το τι συμβαίνει γύρω μας, αλλά και το τι συνέβαινε χθες, προχθές, άρα και να μπορούμε να κάνουμε –με την κρίση που διαθέτει ο καθένας- τη σύγκριση. Είναι μια εποχή στην οποία οι όροι και οι ρυθμίσεις γίνονται ολοένα και πιο απαραίτητοι, αρέσει δεν αρέσει αυτό. Διότι, δεν θα επαναλάβω την ίδια φράση που είπε ο Αντώνης Παπαγιαννίδης για τη Δημοκρατία, κινδυνεύοντας να την ακούσω σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή αύριο-μεθαύριο, αλλά απλώς να τη θυμηθούμε.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσοι παρέστησαν σήμερα, από την αρχή έως το τέλος, είτε τμηματικά, είτε στα πάνελς, είτε ως ακροατές σε αυτή την ημερίδα.

Ήθελα να ευχηθώ, γιατί συνηθίζεται να κλείνει μια τέτοιου είδους ημερίδα με ευχές, να γίνονται ολοένα και λιγότερες αυτές οι ημερίδες. Όσο πιο λιγότερες είναι, τόσο σημαίνει ότι τα πράγματα βελτιώνονται.

Κλείνοντας, θα έλεγα ότι ήταν μια ενδιαφέρουσα ημερίδα, την οποία οργάνωσε η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας-Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης.

Σας ευχαριστώ.